Άλλοτε πρωταγωνίστρια και άλλοτε σε ρόλο κομπάρσου, η Θεσσαλονίκη έχει γράψει το δικό της κεφάλαιο στη μουσική ιστορία του 20ού αιώνα, που ξεκινάει με την κυριαρχία του γραμμόφωνου και τη Θεσσαλονίκη ως "πρωτεύουσα" της δισκογραφίας και ολοκληρώνεται με τη "Νύφη του Θερμαϊκού" στο φόντο, τη δισκογραφία σε κρίση και το cd να κυριαρχεί.
Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε, μαζί με την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, ένα από τα μεγάλα κέντρα της δισκογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα, την ίδια ώρα που η Αθήνα δεν είχε ανάλογη ανάπτυξη.
Δισκογραφικές εταιρίες απ' όλο τον κόσμο βρήκαν στα πρώτα βήματά τους στη μεσογειακή λεκάνη ένα κερδοφόρο κοίτασμα, σε επίπεδο τραγουδιών και καλλιτεχνών, που μπορούσαν να «υπηρετήσουν» τη νέα εφεύρεση: το γραμμόφωνο.
Μετά το 1905 οι δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν συνεργεία φωνοληψίας σε όλες τις μεγάλες πόλεις και ηχογραφούν το απάνθισμα του τοπικού πολιτισμού σε δίσκους των 78 στροφών.
Ήδη, από το 1904 στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιούνται οι πρώτες εγγραφές δίσκων, των οποίων η επεξεργασία γίνεται στο εξωτερικό.
Η αμερικανική Γκράμοφον, η γερμανική Οντεόν και η τουρκική Όρφεον συγκαταλέγονται στις δισκογραφικές, εκπρόσωποι των οποίων ηχογραφούσαν δημοτικά και λαϊκά τραγούδια γνωστών καλλιτεχνών της εποχής, όπως ο Νάκης και η Καμέλια. Την ίδια εποχή δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη ακόμα και Τούρκοι και Αρμένιοι καλλιτέχνες. Δυστυχώς, ελάχιστοι καλλιτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα από τη Θεσσαλονίκη πέρασαν στη δισκογραφία.
«Ένα σημαντικό πρόβλημα για τους ερευνητές είναι, εξάλλου, ότι οι πρώτες ηχογραφήσεις σπάνια αναφέρουν τον τόπο ηχογράφησης, οπότε δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς έγιναν οι ηχογραφήσεις αυτές», εξηγεί ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Ηλίας Βολιότης- Καπετανάκης, ο οποίος παρουσιάζει στοιχεία για τη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη δισκογραφία στο βιβλίο του «Του κυρίου του η φωνή» (εκδόσεις «Μετρονόμος»).
Κάποιες από τις εταιρείες ιδρύουν στη Θεσσαλονίκη παραρτήματά τους, μεταξύ των οποίων η Οντεόν. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι κάτοικοι της πόλης επιζητούν τραγούδια ηρωικά, τα οποία οι δισκογραφικές εταιρείες εκδίδουν συνέχεια ελπίζοντας σε μεγαλύτερα κέρδη. Παρατηρείται και το φαινόμενο, μάλιστα, της τουρκικής Όρφεον να ηχογραφεί ελληνικά τραγούδια με αντιτουρκικό χαρακτήρα, με στόχο να παρουσιάσει στην αγορά δίσκους, που να ενδιαφέρουν το ελληνικό κοινό.
Τα χρόνια εκείνα ο κόσμος δεν μπορούσε να αγοράσει δίσκους, καθώς κόστιζαν όσο δύο μεροκάματα. Τη λύση έρχονταν να δώσουν οι φωνογραφιτζήδες, πλανόδιοι ιδιοκτήτες γραμμοφώνου, που πήγαιναν σε μαγαζιά και έβαζαν στο γραμμόφωνο τα τραγούδια που παρήγγελνε το κοινό.
Οι φωνοληπτικές αποστολές συνεχίζονται μέχρι το 1930. Τη χρονιά εκείνη συμβαίνουν στο δισκογραφικό τοπίο σημαντικές αλλαγές. Χτίζεται το εργοστάσιο της Κολούμπια, ενώ το 1936 δημιουργείται και το στούντιο ηχογραφήσεων. Εκεί, γίνονται οι ηχογραφήσεις των δίσκων, εκεί και οι εκτυπώσεις, οπότε η μουσική κίνηση συγκεντρώνεται στην Αθήνα. «Το γεγονός αυτό συνδυάζεται με την εμφάνιση του φαινομένου της αστυφιλίας, οπότε η Αθήνα γίνεται το κέντρο», υπογραμμίζει ο κ. Βολιότης- Καπετανάκης.
Η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να διαδραματίζει το δικό της ρόλο στα μουσικά πράγματα ως σημαντικός σταθμός στην ανάπτυξη του ταλέντου των μεγάλων δημιουργών από τη δεκαετία του ’30 και μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια. Ο Τσιτσάνης μένει στη Θεσσαλονίκη κατά τη χρόνια της Κατοχής, ο Μητσάκης το ίδιο, ο Χιώτης γεννιέται στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει ως τα 15 χρόνια του. Το ταλέντο τους επηρεάζεται από την πόλη. «Η Θεσσαλονίκη είναι από τις πόλεις που κυριάρχησαν ως θεματολογία στο λαϊκό τραγούδι. Στη δισκογραφία του γραμμοφώνου υπάρχουν άπειρα τραγούδια για την πόλη, καθώς οι δημιουργοί θεωρούν ότι γονιμοποιείται το ταλέντο τους εδώ», εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου «Του κυρίου του η φωνή».
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου στη Θεσσαλονίκη εμφανίζονται και πολλά συγκροτήματα, ελληνικά και εβραϊκά. Εποχή είχε αφήσει το συγκρότημα των Μοσέ Καζές και Σαδίκ Γκερσόν, οι οποίοι τελικά άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Άουσβιτς.
Από τη δεκαετία του ’60, οπότε «δύει» το γραμμόφωνο, και μετά, η Θεσσαλονίκη επιχειρεί να διαδραματίσει και πάλι σημαντικό ρόλο στη δισκογραφία. Το γεγονός ότι η δισκογραφία είναι δυσπρόσιτη στην Αθήνα για τους καλλιτέχνες της περιφέρειας οδηγεί δημιουργούς της πόλης στην απόφαση να αναπτύξουν αυτόνομες δισκογραφικές πρωτοβουλίες.
Χαρακτηριστική περίπτωση ο Νίκος Παπάζογλου, που ιδρύει το περίφημο στούντιο «Αγροτικόν». Ο πρώτος δίσκος που ηχογραφείται εκεί είναι η «Εκδίκηση της Γυφτιάς», που κυκλοφορεί το 1978.
«Κινήσεις σαν αυτή του Παπάζογλου οδηγούν τους καλλιτέχνες σε αυτοτελείς δισκογραφικές πρωτοβουλίες, που έδωσαν ώθηση στην ελληνική δισκογραφία», επισημαίνει ο Ηλίας Βολιότης- Καπετανάκης.
Την ίδια εποχή, στην πόλη τραγουδούν και καλλιτέχνες, που αν και οι μουσικές τους δεν καταγράφονται ποτέ δισκογραφικά (χαρακτηριστική η περίπτωση της ρεμπέτισσας Λιλής), το κοινό της πόλης τους αποθεώνει.
Μέχρι σήμερα, η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να αποτελεί το «φόντο» της ελληνικής δισκογραφίας, που τροφοδοτεί με καλλιτέχνες τη δισκογραφική παραγωγή. Όπως τότε, στη δεκαετία του ’30, που η βελόνα του γραμμοφώνου «έξυνε» τους δίσκους για να αντηχήσουν οι βραχνές μελωδίες.
Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε, μαζί με την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, ένα από τα μεγάλα κέντρα της δισκογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα, την ίδια ώρα που η Αθήνα δεν είχε ανάλογη ανάπτυξη.
Δισκογραφικές εταιρίες απ' όλο τον κόσμο βρήκαν στα πρώτα βήματά τους στη μεσογειακή λεκάνη ένα κερδοφόρο κοίτασμα, σε επίπεδο τραγουδιών και καλλιτεχνών, που μπορούσαν να «υπηρετήσουν» τη νέα εφεύρεση: το γραμμόφωνο.
Μετά το 1905 οι δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν συνεργεία φωνοληψίας σε όλες τις μεγάλες πόλεις και ηχογραφούν το απάνθισμα του τοπικού πολιτισμού σε δίσκους των 78 στροφών.
Ήδη, από το 1904 στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιούνται οι πρώτες εγγραφές δίσκων, των οποίων η επεξεργασία γίνεται στο εξωτερικό.
Η αμερικανική Γκράμοφον, η γερμανική Οντεόν και η τουρκική Όρφεον συγκαταλέγονται στις δισκογραφικές, εκπρόσωποι των οποίων ηχογραφούσαν δημοτικά και λαϊκά τραγούδια γνωστών καλλιτεχνών της εποχής, όπως ο Νάκης και η Καμέλια. Την ίδια εποχή δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη ακόμα και Τούρκοι και Αρμένιοι καλλιτέχνες. Δυστυχώς, ελάχιστοι καλλιτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα από τη Θεσσαλονίκη πέρασαν στη δισκογραφία.
«Ένα σημαντικό πρόβλημα για τους ερευνητές είναι, εξάλλου, ότι οι πρώτες ηχογραφήσεις σπάνια αναφέρουν τον τόπο ηχογράφησης, οπότε δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς έγιναν οι ηχογραφήσεις αυτές», εξηγεί ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Ηλίας Βολιότης- Καπετανάκης, ο οποίος παρουσιάζει στοιχεία για τη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη δισκογραφία στο βιβλίο του «Του κυρίου του η φωνή» (εκδόσεις «Μετρονόμος»).
Κάποιες από τις εταιρείες ιδρύουν στη Θεσσαλονίκη παραρτήματά τους, μεταξύ των οποίων η Οντεόν. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι κάτοικοι της πόλης επιζητούν τραγούδια ηρωικά, τα οποία οι δισκογραφικές εταιρείες εκδίδουν συνέχεια ελπίζοντας σε μεγαλύτερα κέρδη. Παρατηρείται και το φαινόμενο, μάλιστα, της τουρκικής Όρφεον να ηχογραφεί ελληνικά τραγούδια με αντιτουρκικό χαρακτήρα, με στόχο να παρουσιάσει στην αγορά δίσκους, που να ενδιαφέρουν το ελληνικό κοινό.
Τα χρόνια εκείνα ο κόσμος δεν μπορούσε να αγοράσει δίσκους, καθώς κόστιζαν όσο δύο μεροκάματα. Τη λύση έρχονταν να δώσουν οι φωνογραφιτζήδες, πλανόδιοι ιδιοκτήτες γραμμοφώνου, που πήγαιναν σε μαγαζιά και έβαζαν στο γραμμόφωνο τα τραγούδια που παρήγγελνε το κοινό.
Οι φωνοληπτικές αποστολές συνεχίζονται μέχρι το 1930. Τη χρονιά εκείνη συμβαίνουν στο δισκογραφικό τοπίο σημαντικές αλλαγές. Χτίζεται το εργοστάσιο της Κολούμπια, ενώ το 1936 δημιουργείται και το στούντιο ηχογραφήσεων. Εκεί, γίνονται οι ηχογραφήσεις των δίσκων, εκεί και οι εκτυπώσεις, οπότε η μουσική κίνηση συγκεντρώνεται στην Αθήνα. «Το γεγονός αυτό συνδυάζεται με την εμφάνιση του φαινομένου της αστυφιλίας, οπότε η Αθήνα γίνεται το κέντρο», υπογραμμίζει ο κ. Βολιότης- Καπετανάκης.
Η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να διαδραματίζει το δικό της ρόλο στα μουσικά πράγματα ως σημαντικός σταθμός στην ανάπτυξη του ταλέντου των μεγάλων δημιουργών από τη δεκαετία του ’30 και μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια. Ο Τσιτσάνης μένει στη Θεσσαλονίκη κατά τη χρόνια της Κατοχής, ο Μητσάκης το ίδιο, ο Χιώτης γεννιέται στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει ως τα 15 χρόνια του. Το ταλέντο τους επηρεάζεται από την πόλη. «Η Θεσσαλονίκη είναι από τις πόλεις που κυριάρχησαν ως θεματολογία στο λαϊκό τραγούδι. Στη δισκογραφία του γραμμοφώνου υπάρχουν άπειρα τραγούδια για την πόλη, καθώς οι δημιουργοί θεωρούν ότι γονιμοποιείται το ταλέντο τους εδώ», εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου «Του κυρίου του η φωνή».
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου στη Θεσσαλονίκη εμφανίζονται και πολλά συγκροτήματα, ελληνικά και εβραϊκά. Εποχή είχε αφήσει το συγκρότημα των Μοσέ Καζές και Σαδίκ Γκερσόν, οι οποίοι τελικά άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Άουσβιτς.
Από τη δεκαετία του ’60, οπότε «δύει» το γραμμόφωνο, και μετά, η Θεσσαλονίκη επιχειρεί να διαδραματίσει και πάλι σημαντικό ρόλο στη δισκογραφία. Το γεγονός ότι η δισκογραφία είναι δυσπρόσιτη στην Αθήνα για τους καλλιτέχνες της περιφέρειας οδηγεί δημιουργούς της πόλης στην απόφαση να αναπτύξουν αυτόνομες δισκογραφικές πρωτοβουλίες.
Χαρακτηριστική περίπτωση ο Νίκος Παπάζογλου, που ιδρύει το περίφημο στούντιο «Αγροτικόν». Ο πρώτος δίσκος που ηχογραφείται εκεί είναι η «Εκδίκηση της Γυφτιάς», που κυκλοφορεί το 1978.
«Κινήσεις σαν αυτή του Παπάζογλου οδηγούν τους καλλιτέχνες σε αυτοτελείς δισκογραφικές πρωτοβουλίες, που έδωσαν ώθηση στην ελληνική δισκογραφία», επισημαίνει ο Ηλίας Βολιότης- Καπετανάκης.
Την ίδια εποχή, στην πόλη τραγουδούν και καλλιτέχνες, που αν και οι μουσικές τους δεν καταγράφονται ποτέ δισκογραφικά (χαρακτηριστική η περίπτωση της ρεμπέτισσας Λιλής), το κοινό της πόλης τους αποθεώνει.
Μέχρι σήμερα, η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να αποτελεί το «φόντο» της ελληνικής δισκογραφίας, που τροφοδοτεί με καλλιτέχνες τη δισκογραφική παραγωγή. Όπως τότε, στη δεκαετία του ’30, που η βελόνα του γραμμοφώνου «έξυνε» τους δίσκους για να αντηχήσουν οι βραχνές μελωδίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου