Το ανάποδο γκλομπ, ο πυροσβεστήρας ή το οποιοδήποτε φονικό αμβλύ όργανο πέφτει με μανία πάνω σε ένα κεφάλι, πέφτει ταυτόχρονα πάνω και σε ένα βλέμμα, σε μια ματιά πάνω στον κόσμο. Το μπλογκ του χτυπημένου μάς προσφέρει τη δυνατότητα να κοιτάξουμε μέσα από τα δικά του μάτια, να μπούμε για λίγο μέσα στο δικό του κεφάλι.
Αντίστοιχη δυνατότητα δεν έχουμε για τον άνθρωπο που τον χτύπησε, ξέρουμε όμως ότι κοιτούσε μέσα από ένα κράνος, αρματωμένος σαν να πηγαίνει για πόλεμο, έναν πόλεμο καθ' όλα δημοκρατικό και κρατικό, έναν πόλεμο που διεξάγεται δεκαετίες τώρα ανάμεσα στο δημοκρατικό κράτος και τους πολίτες του, αρκετοί από τους οποίους βρίσκουν πράγματι στις διαδηλώσεις την ευκαιρία να γιορτάσουν τη βία, οι πάρα πολλοί περισσότεροι όμως γίνονται κάθε, μα κάθε, φορά θύματα της δημοκρατικής και κρατικής βίας, τρώγοντας δακρυγόνα στην καλύτερη περίπτωση και χαροπαλεύοντας στη Νίκαια στη χειρότερη.
Ας κάνουμε τουλάχιστον την εξής παραδοχή: δεν είναι δυνατόν ο επίσημος λόγος να καταδικάζει αναφανδόν τη βία και οι άνθρωποι που η πρώτη ύλη της εργασίας τους είναι η βία να μένουν απ' έξω απ' την καταδίκη. Είναι μια βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει; Ακόμα κι έτσι όμως αυτός που την κάνει είναι βρώμικος. Ένας επαγγελματίας της βρώμας.
Και επειδή πολλοί πάνε στα ΜΑΤ για βιοποριστικούς και όχι ιδεολογικούς λόγους, ας δεχθούμε ότι η βασική κτηνωδία βρίσκεται στη σταδιακή μεταμόρφωση ενός ανθρώπου που κάνει μια δουλειά για να ζήσει, σε έναν άνθρωπο που το δημοκρατικό κράτος τον αμολά στην παιδική χαρά της βίας και του λέει παίξε, παίξε, παίξε.
Όπου η έμφαση είναι στην καταστολή, λογικό είναι η έμφαση να μην είναι στην αστυνόμευση. Κι όπου η έμφαση είναι στις διαδηλώσεις, λογικό είναι να μην είναι στην εγκληματικότητα.
Κι έτσι τα μαχαίρια βγαίνουν και σφάζουν τον σαν και εμάς και τον όχι σαν και εμάς. Μπορεί τα μεν να είναι από μετανάστες και τα δε από ακροδεξιούς, μπορεί και όχι. Ούτως ή άλλως τα συμπεράσματα είναι προειλημμένα και η πραγματικότητα καλό θα είναι να μην μας τα αναιρέσει, γιατί όλοι έχουμε τις βεβαιότητές μας και κρίμα είναι να χαλάνε.
Κι αν το ένα βλέμμα έχει διασωθεί σε ένα μπλογκ και με τις ανοιχτές πληγές των φωτογραφιών του μας στοιχειώνει, το βλέμμα μιας κάμερας που θα απαθανάτιζε στιγμές γέννησης πιθανότατα θα πουληθεί κάπου αλλού και, γιατί όχι, αυτός που εν αγνοία του θα την αγοράσει, θα απαθανατίσει δικές του ευτυχισμένες στιγμές.
Ίσως το βλέμμα της κάμερας απαθανατίσει την έλευση μιας άλλης ζωής, αλλά η ζωή που πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι θα συναντά την άλλη ζωή που πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι, με μια νύχτα διαφορά, στην πόλη που 44χρονοι από την Ελλάδα και 21χρονοι από το Μπαγκλαντές έχουν ίσα δικαιώματα στο σφάγιασμα και επιδεικνύουν ο ένας στον άλλο τις ανοιχτές τους πληγές.
Οι ανοιχτές πληγές της πόλης μάς πιτσιλίζουν όλους με αίμα κι εμείς το ρουφάμε σαν βρικόλακες της απελπισίας, σαν ζωντανοί μάρτυρες της παρακμής, σαν κομπάρσοι σε ένα έργο στο οποίο είτε δεν θελήσαμε ποτέ να πρωταγωνιστήσουμε αλλάζοντάς του χαρακτήρα, είτε δεν μάθαμε ποτέ τον τρόπο.
Old Boy

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου