Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

"Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος" στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου και 19 από τον θάνατό του, μια παράσταση ανακαλεί τη μνήμη των τραγουδιών του για να φτάσει στην ανάγνωση της «Αμοργού».


Η μουσικοθεατρική παράσταση «Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος», στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου 22 και 23 Ιουλίου ετοιμάζεται να ξαναμιλήσει στην καρδιά του ελληνικού λαού με «Τα ψεύτικα τα λόγια», το «Δίχτυ», «Χάρτινο το φεγγαράκι», τον «Κεμάλ», τον «Γιάννη τον φονιά», την «Αθανασία» και τόσους ακόμη πολυαγαπημένους στίχους του Νίκου Γκάτσου.

Η Μάνια Παπαδημητρίου σκηνοθετεί και εξερευνά με δύναμη και ευαισθησία την προσωπικότητα του Νίκου Γκάτσου. Επιχειρεί να διεισδύσει στο μυαλό αυτού του αυστηρού και με ιδιαίτερο χιούμορ πνευματικού ανθρώπου που ποτέ δεν έδωσε συνεντεύξεις, ο ιδιωτικός του λόγος γινόταν δημόσιος μόνο στις παρέες του με τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη και άλλα «ιερά τέρατα» της εποχής του. Πέρασε στην ιστορία της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης με τη μια και μοναδική του συλλογή: την «Αμοργό», που εξέδωσε το 1943. Μετά δεν ξαναδημοσίευσε ποίηση. Ασχολήθηκε με τη θεατρική μετάφραση και τη στιχουργική.

«Γράφει για την πατρίδα μέσα στην κατοχή, την ώρα που χάνεται, σαν να την βλέπει ήδη από μακριά», σχολιάζει η Μάνια Παπαδημητρίου για την «Αμοργό». «Μιλά για τη μνήμη του τόπου σαν να είναι ήδη παρελθόν», συνεχίζει. «Και είναι περίεργο ότι μετά την Αμοργό δεν ξαναγράφει ποίηση αλλά μόνο στίχο, ο οποίος ανάγεται σε ποίηση, αλλά δεν είναι γιατί χρειάζεται τη μουσική. Ο Ελύτης είχε πει για τον Γκάτσο: «καλύτερα τέχνη ταπεινή που λειτουργεί, παρά υψηλή που σκονίζεται στα ράφια».

Οι στίχοι του Γκάτσου ευτύχησαν με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος αναγνώριζε στον ποιητή «τον σημαντικότερο άνθρωπο που είχε γνωρίσει μετά την μητέρα του». Σε ένα από τα πολλά κείμενά του για τον Γκάτσο, ο Χατζιδάκις αναφέρει: «Παρ΄ όλο που στιχουργεί για να κάνει ένα τραγούδι, παραμένει πάντα ποιητής. Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη μέσα στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων».

Κι αντίστροφα, απ΄όλους τους συνθέτες που τον μελοποίησαν- Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Μούτση, Κηλαηδόνη, Χάλαρη- ο Χατζιδάκις ήταν πιο κοντά στην ψυχολογία του Γκάτσου, μας λέει η Μάνια Παπαδημητρίου.

« Το ερωτικό, εφηβικό στοιχείο της μουσικής του Χατζιδάκι έλειπε από τον Γκάτσο και νομίζω τον συγκινούσε», εξηγεί η ίδια. «Με την έννοια ότι ο Γκάτσος έγραφε υπαρξιακά τραγούδια. Πιο πολύ μιλά για τον θάνατο κι ένα μυστήριο γύρω από αυτόν. Πάντα υπάρχει στον στίχο του ένα φεγγάρι που σε κυνηγά, δύο αδέλφια που χωρίζουν. Κι αυτό εξηγείται κατά κάποιο τρόπο και στο βιβλίο της συντρόφου του, Αγαθής Δημητρούκα».

Στην παράσταση μαζί με την Μάνια Παπαδημητρίου, πέντε ηθοποιοί και μουσικοί εναλλάσουν το τραγούδι με την αφήγηση. Η σκηνοθέτης ακολουθεί τη λογική «θεάτρου του ραδιοφώνου». ΄Αλλωστε κι ο ίδιος ο ποιητής, μετά τον πόλεμο, διετέλεσε για λόγους βιοπορισμού, ραδιοφωνικός σκηνοθέτης στο ΕΙΡ.

Η αφήγηση βασίζεται σε κείμενα για τον Γκάτσο, των Χατζιδάκι, Ελύτη, Σεφέρη, αποσπάσματα από το βιβλίο «Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο», της συντρόφου του Αγαθής Δημητρούκα. Η σκηνική δράση «επενδύεται» με βίντεοαρτ και εικαστικές αναφορές που παραπέμπουν στον Γκάτσο και την εποχή του.
 
Η παράσταση ξεκινά με το ημιτελές αφήγημα «Λίμνη Καλιάμπα», ένα κείμενο του Γκάτσου «που θαρρείς ότι έρχεται από το μέλλον. Σα να περιγράφει για παράδειγμα την προσπάθεια των Ευρωπαίων να διορθώσουν την Ελλάδα», μας λέει γελώντας η σκηνοθέτης καθώς μας αφηγείται την ιστορία «ενός καταραμένου τόπου όπου υπήρχε μια λίμνη που ρούφαγε ανθρώπους. Εβαλαν λοιπόν κάτοπτρα στη λίμνη ν' αντανακλούν τον ουρανό και να μην πνίγονται. Εκαναν όμως λάθος και πνίγονταν τα πουλιά καθώς έβλεπαν την λίμνη και νόμιζαν ότι ήταν συνέχεια του ουρανού.»

Όλοι οι συντελεστές της παράστασης «Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος», προσφέρουν την αμοιβή τους υπέρ της αποκατάστασης του σπιτιού του Νίκου Γκάτσου, στην Ασέα Αρκαδίας.

«Είναι γνωστό ότι οι ηθοποιοί είμαστε χαμηλόμισθοι και ότι την τελευταία δεκαετία έχουμε γίνει ουσιαστικά, χορηγοί του ελληνικού πολιτισμού», συμπληρώνει η Μάνια Παπαδημητρίου.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου