Ο κ. πρωθυπουργός, μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο (6.7.2011), ανέφερε σχετικά με τα φαινόμενα βίας εναντίον πολιτικών: «...Το εκκολαπτήριο της βίας δεν είναι απλά η κρίση.
Οι βιαιοπραγίες, οι επιθέσεις, οι λοιδορίες κατά βουλευτών, πολιτικών κομμάτων ή ακόμα και πολιτών παροτρύνονται και υποκινούνται από ακραίες πολιτικές ομάδες, από πρόσωπα που απεγνωσμένα αναζητούν προσωπικό πολιτικό ρόλο, αλλά και από ορισμένους διαμορφωτές της κοινής γνώμης που σιτίζονται από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης». Και ξαφνικά η «σίτιση από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης» θεωρείται μείζον πρόβλημα.
Και ποιοι να είναι τάχα αυτοί που σιτίζονται; Οι δημοσιογράφοι, οι συνεργάτες των Μέσων; Λέτε οι «σιτισμένοι» από τα ΜΜΕ να αποτελούν πια μέρος των «μπαχαλάκηδων», κατά την προσφιλή κυβερνητική προσηγορία; Οπότε, να η λύση: να δημοσιευθούν οι κατάλογοι πληρωμής των Μέσων για να ανακαλύψουμε το «εκκολαπτήριο βίας». Μαζί με αυτούς που αναζητούν εναγωνίως προσωπικό ρόλο, και τις ακραίες πολιτικές ομάδες, θα αποκαλυφθούν οι πολέμιοι της «δημοκρατίας». Σωστότερα, οι πολέμιοι της μοναδικής ορθής οικονομικής πολιτικής για τη σωτηρία του τόπου, που εκφράζει το κυβερνών κόμμα.
Στην πραγματικότητα η ύπαρξη του Ελληνα αποκτά στις μέρες μας ιδιαίτερα τοπολογικά χαρακτηριστικά. Το Dasein (το «εδώ να» είναι), κατά τον Μ. Χάιντεγκερ, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Για να παραφράσουμε λίγο τον Βαλερί: Στα πόδια του Ελληνα κλοιός, του τόπου η δεσποτεία. Στα καθ' ημάς, και για την εξέλιξη, προτείνω μια ακρόαση του «Ελλάδα-Λένγκω» (Μαρκόπουλος-Αλεξίου) του 1976.
Αλλά ιδού και το λογικό παράδοξο: αν αποφασίζαμε αύριο, ως Ευρωπαίοι πολίτες, να εγκαταλείψωμεν την Ελλάδα και να ταξιδεύσωμεν όπου δει εις την ωραίαν μας Ευρώπη, τι σημασία θα είχε η πτώχευση των λαγκαδιών και των ποταμών σε μια έρημη χώρα; Από το παράδοξο αυτό συνάγεται ότι σημασία δεν έχει το να πτωχεύσουν τα λαγκάδια, αλλά οι άνθρωποι. Ομως οι άνθρωποι, ως αυτοκινούμενοι, μπορούν ενίοτε και να δραπετεύσουν... Θα απαλλάσσονταν έτσι και οι πολιτικοί μας από την έκφραση της αμφισβήτησης.
Δεν είναι ασφαλώς το θέμα να εκφράσεις την αντίθεσή σου στις πράξεις βίας. Μπορεί ο οποιοσδήποτε να πει: «Είμαι αντίθετος σε κάθε πράξη βίας». Το κρισιμότερο είναι να μη θεωρείς την αμφισβήτηση ως πηγαίο στοιχείο μιας αποδοκιμασίας, την οποία προσπαθείς να την προσδιορίσεις μόνο ως οργανωμένη πολιτική συμφέροντος. Να μην αντιλαμβάνεσαι από ποια στοιχεία πολιτικής συγκροτείται αυτή, να αξιολογείς τις διαφορές στο «φαίνεσθαι» και να μην κατανοείς το οντολογικό υπόβαθρο της αμφισβήτησης που είναι η αστάθεια της πολιτικής. Να μη θέλεις να δεις ότι το «φαίνεσθαι είναι της τάξεως του ψεύδους ή της ψευδαίσθησης». Να «απελευθερώνει» ο κ. Ρέππας και να ξεαπελευθερώνει ο κ. Ραγκούσης για να ξανααπελευθερώσει ο ίδιος.
Οπως προκύπτει, αναλύοντας με βάση τη σκέψη του Α. Μπαντιού το «εδώ είναι», η καθημερινή ζωή του Ελληνα δεν είναι μια μορφή τού «είναι», αλλά μια μορφή σχέσεων που έχουν οικοδομηθεί γραμμή γραμμή σε εκατοντάδες νόμους, οι οποίοι εξυπηρετούν την επιβίωση μιας πολιτικής ελίτ που κρατούσε και επιδιώκει να κρατά δέσμια τη χώρα: «Κάντε αυτό για να μην πτωχεύσετε και μετά ξανακάντε το άλλο. Κόψτε από 'δώ και κόψτε από 'κεί. Θα απολυθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι και δεν θα απολυθούν. Θα ανήκουν εδώ, αλλά θα ανήκουν και εκεί. Στον ιδιωτικό τομέα θα υπάρξει χρηματοδότηση ανάπτυξης;».
Η διαμαρτυρία, λοιπόν, είναι μόνο αποτέλεσμα οργάνωσης με επιδίωξη τη βία; Είναι σαν να ισχυριζόμαστε ότι οι σχέσεις κράτους-πολίτη, κατά τον τρόπο που «άνθησαν», θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «λογικές». Ο Α. Μπαντιού προσδιορίζει το συμβάν, στην προκειμένη περίπτωση την αποδοκιμασία, ως «ρήξη στην κανονική διάταξη των πραγμάτων». Ο κ. Σαρκοζί, αν και συντηρητικός σε σχέση με τον Μπαντιού, θα μπορούσε να εξηγήσει σχετικά.
Εάν, λοιπόν, θεωρήσουμε στην παρούσα φάση, μέσα από όλο αυτό το πλέγμα σχέσεων, ότι η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος «είναι το σύστημα περιορισμού των δυνατοτήτων» του κάθε πολίτη, τότε μπορούμε να δούμε την αιτία αυτών των αντιδράσεων.
Αντί, λοιπόν, η κυβερνητική πολιτική να αναλίσκεται σε μια αντίθεση -μη ετούτο, μη εκείνο- καλό θα ήταν να δείξει τη νέα δυνατότητα που παράγεται από την πολιτική της στην καθημερινή ζωή, στην «τοπική ύπαρξη», όπως θα έλεγε ο Μ. Χάιντεγκερ, του κάθε Ελληνα. Σχετικά με τον Χάιντεγκερ θα ξέρει η κ. Μέρκελ καλύτερα.
Δημήτρης Κ. Παπαϊωάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου