Τέλη Μαϊου. Ο καιρός αρχίζει να ζεσταίνει. Μαζί με τους άνετους πια περιπάτους, τους απαλλαγμένους από τα ζεστά ρούχα και τα βαριά παπούτσια, το καλοκαιράκι φέρνει τις βραδιές κινηματογράφου κάτω από τα αστέρια.
Η εικόνα του θερινού κινηματογράφου, με τον φεγγαρόδρομο σε δεύτερο πλάνο, τις πάνινες καρέκλες του σκηνοθέτη να βυθίζονται στα χαλίκια και τα αρώματα του καλοκαιριού να «πνίγουν» γλυκά την ατμόσφαιρα, είναι οικεία στους κατοίκους της Αθήνας και όχι μόνον. Άλλωστε, τα θερινά σινεμά «άνθισαν» σε όλη την επικράτεια. Κι αν κάποτε ήταν η μόνη διασκέδαση των παππούδων και των γονιών μας, σήμερα είναι μία από τις πολλές επιλογές για το πώς θα περάσει κανείς όμορφα τη βραδιά του, αλλά η μόνη ατμοσφαιρική. Κι ας φαντάζει ρετρό. Κι ας έχουν αντικατασταθεί ο πασατέμπος και τα φυστίκια από ποπ κορν και νάτσος. Ο φεγγαρόδρομος παραμένει, οι καρέκλες -ελαφρώς αναπαυτικότερες- παραμένουν, ακόμη και το αγιόκλιμα, που αγκαλιάζει τον φράχτη, εδώ είναι... Στις ανοιχτές αίθουσες.
Βέβαια, στο μεταξύ δημιουργήθηκαν τα multiplex, με το δέλεαρ του ποιοτικού ήχου και της άψογης εικόνας. Ευτυχώς, όμως, όπως οι ίδιοι οι αιθουσάρχες του καλοκαιριού δηλώνουν, δεν κατάφεραν να «χτυπήσουν» τους θερινούς κινηματογράφους.
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ απευθύνθηκε σε παλιούς και νέους αιθουσάρχες. Τους ζήτησε να αναπολήσουν το παρελθόν και να μαντέψουν το μέλλον.
Τιμής ένεκεν ο πρώτος λόγος δίνεται σ΄ένα από τα παλιότερα θερινά της Αθήνας και ίσως της χώρας. Το «Σινέ Παρί», που ανοίγει το 1920. Είναι ο κινηματογράφος στα ριζά του βράχου της Ακρόπολης, στην καρδιά της Πλάκας. Η ιδέα για τη δημιουργία ενός θερινού κινηματογράφου ήταν ενός Έλληνα κομμωτή, ο οποίος ζούσε πολλά χρόνια στο Παρίσι και εξαιτίας αυτού το ονόμασε Paris.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60 χτίσθηκε το κτίριο στην Κυδαθηναίων, όπου στεγάζεται σήμερα και λειτουργεί ως θερινό και χειμερινό σινεμά. Στα τέλη του '60, όμως, εξαιτίας της κρίσης των θερινών κινηματογράφων, κλείνει για να ανοίξει και πάλι το 1986 με νέο ιδιοκτήτη πλέον. Έχει το φανατικό κοινό του, προβάλλει όλων των ειδών τις ταινίες και γοητεύει.
Η «Αίγλη», από τους επίσης παλιούς θερινούς, εξακολουθεί να κρατά τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, εκτός από το... μενού, που έχει εμπλουτισθεί με λιχουδιές του συρμού. Ποπ κόρν, ντορίτος, χοτ ντογκ και γρανίτα είναι πλέον τα κλασικά. «Παίζουν», όμως, και πιο... προχωρημένα, όπως πίτσα, σουβλάκι καλαμάκι και πατάτες τηγανιτές.
Σύμφωνα με την υπεύθυνη του σινεμά, Χαρά Μαλένου, ο κόσμος πάει στην «Αίγλη» για τις πρώτης προβολής ταινίες της.
Η «Μελίνα» είναι ένας ακόμη παλιός θερινός κινηματογράφος της Αθήνας. Σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, Γιώργο Καζιάνη, χτίστηκε το 1945-47 και πριν ονομαστεί Μελίνα είχε το όνομα Δώρα. Τα τελευταία 15 χρόνια πέρασε στην ιδιοκτησία του δήμου Δραπετσώνας -που τώρα έχει ενωθεί με τον δήμο Κερατσινίου- για να χρησιμοποιηθεί ως κινηματογράφος. «Παλιότερα υπήρχαν γύρω στους 12 θερινούς κινηματογράφους στην ευρύτερη περιοχή Κερατσινίου- Δραπετσώνας. Τώρα είναι μόνο το Μελίνα και το Μάρθα Καραγιάννη», λέει ο κ. Καζιάνης.
Το πρόγραμμά τού Μελίνα βασίζεται κυρίως στις επιτυχίες του αμερικάνικου κινηματογράφου, κατά κόσμον blockbusters, ενώ το Μ. Καραγιάννη προβάλλει κυρίως ταινίες σινεφίλ και παιδικές. «Δίνουμε μεγάλη έμφαση στις οικογένειες, γιατί το Κερατσίνι είναι μεγάλος δήμος, αριθμεί 210.000 κατοίκους, γι αυτό και παίζουμε πολλές παιδικές ταινίες με πολύ φθηνό εισιτήριο για να μπορεί να έρχεται ο κόσμος», σημειώνει ο κ. Καζιάνης και προθέτει: «Ο κινηματογράφος είναι μία λαϊκή ψυχαγωγία. Πρέπει να είναι προσιτός στο κοινό. Γι αυτό και διατηρούμε οικογενειακό εισιτήριο και παιδικό στα 4.5 ευρώ».
Το Μελίνα είναι από τους λίγους θερινούς κινηματογράφους του Πειραιά, που παίζουν λίγο πιο εναλλακτικό πρόγραμμα, καλύπτοντας και τις ανάγκες του κοινού, που αναζητεί πιο εμπορικά θεάματα. Η ταυτότητα των θεατών είναι ηλικίες από 5 έως 34 χρόνων, κυρίως νέοι γονείς και παιδιά. Η καλύτερή του εποχή, από πλευράς προσέλευσης, ήταν το 2008 με την προβολή της ταινίας «Mamma Mia». Σε μία εβδομάδα έκοψε 2.500 εισιτήρια.
Όπως λέει ο κ. Καζιάνης, η προσέλευση του κοινού παραμένει μεγάλη, χωρίς να έχει μειωθεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια. «Ποντάρουμε σε ένα είδος συνδυαστικής διασκέδασης. Διατηρούμε οργανωμένο μπαρ και προσφέρουμε και φαγητό (πίτσες, χοτ ντογκ, σουβλάκια κ.α) σε χαμηλές σχετικά τιμές. Είναι πολύ σημαντικό να προσφέρουμε στον κόσμο φθηνή και παράλληλα ποιοτική διασκέδαση. Με περίπου 25 ευρώ μία οικογένεια μπορεί να απολαύσει μία ταινία και παράλληλα να φάει», τονίζει.
Σε ό,τι αφορά τα multiplex, ο κ. Καζιάνης σημειώνει ότι η ίδια αναστάτωση είχε προκληθεί στην πιάτσα των αιθουσών και τη δεκαετία του ΄80 με την έλευση του βίντεο. «Η εμφάνισή τους αποσαφήνισε πόσο ευχάριστη και ιδιαίτερη εμπειρία είναι το να βλέπεις ταινίες σε ένα χειροποίητο, λαϊκό φόντο. Αυτό δεν μπορούν να το πολεμήσουν με τίποτα. Η σημερινή τεχνολογία έχει επηρεάσει τους κινηματογράφους, αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό τους θερινούς. Ο κινηματογράφος παραμένει ολοκληρωμένη πρόταση διασκέδασης και δεν μπορούν να τον εμποδίσουν ούτε τα dvd, ούτε το κατέβασμα ταινιών από το διαδίκτυο», σημειώνει.
Στην περιφέρεια, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τους αιθουσάρχες των θερινών.
Ο Πωλ Σκλάβος από το 1996 διαχειρίζεται το θερινό σινεμά «Ορφέας» στη Σαρωνίδα. Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, όπου σπούδαζε σκηνοθεσία, έκανε μία απόπειρα μάλλον αποτυχημένη. «Όταν ξεκινήσαμε, επιχειρήσαμε να προβάλλουμε ταινίες σινεφίλ. Είπαν ότι παίζουμε παλιές ταινίες. Είχαν δημιουργήσει μάλιστα άσχημη φήμη την οποία είδα και έπαθα για να ξεφορτωθώ», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αιθουσάρχης. «Αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε αυτού του είδους τις προβολές. Το κοινό στη Σαρωνίδα έχει άλλη διάθεση».
Εκτιμά ότι η καλύτερη περίοδος για το θερινό σινεμά ήταν η δεκαετία του ΄60. Όμως, από τα τέλη της δεκαετίας, με την έλευση της τηλεόρασης εκείνο άρχισε να «υποφέρει».
«Παλιά, κάθε γειτονιά είχε τρία τέσσερα θερινά σινεμά. Τώρα είναι ζήτημα αν βρεις ένα σε κάθε γειτονιά», λεει ο κ. Σκλάβος. Τον Ορφέα έστησε ο πατέρας του το 1935 στη Βουλιαγμένης. Ήταν από τα πρώτα σινεμά, μαζί με το Studio και το Εκράν, που ξεκίνησαν να προβάλουν σινεφίλ ταινίες. «Κάναμε αφιερώματα σε ευρωπαϊκές κινηματογραφίες και σε σκηνοθέτες. Παίζαμε τσέχικο, βραζιλιάνικο, γιαπωνέζικο κινηματογράφο, ταινίες του Μπέργκμαν, του Φελίνι... Ο Ορφέας είχε γίνει στέκι σινεφίλ».
Η εικόνα του θερινού κινηματογράφου, με τον φεγγαρόδρομο σε δεύτερο πλάνο, τις πάνινες καρέκλες του σκηνοθέτη να βυθίζονται στα χαλίκια και τα αρώματα του καλοκαιριού να «πνίγουν» γλυκά την ατμόσφαιρα, είναι οικεία στους κατοίκους της Αθήνας και όχι μόνον. Άλλωστε, τα θερινά σινεμά «άνθισαν» σε όλη την επικράτεια. Κι αν κάποτε ήταν η μόνη διασκέδαση των παππούδων και των γονιών μας, σήμερα είναι μία από τις πολλές επιλογές για το πώς θα περάσει κανείς όμορφα τη βραδιά του, αλλά η μόνη ατμοσφαιρική. Κι ας φαντάζει ρετρό. Κι ας έχουν αντικατασταθεί ο πασατέμπος και τα φυστίκια από ποπ κορν και νάτσος. Ο φεγγαρόδρομος παραμένει, οι καρέκλες -ελαφρώς αναπαυτικότερες- παραμένουν, ακόμη και το αγιόκλιμα, που αγκαλιάζει τον φράχτη, εδώ είναι... Στις ανοιχτές αίθουσες.
Βέβαια, στο μεταξύ δημιουργήθηκαν τα multiplex, με το δέλεαρ του ποιοτικού ήχου και της άψογης εικόνας. Ευτυχώς, όμως, όπως οι ίδιοι οι αιθουσάρχες του καλοκαιριού δηλώνουν, δεν κατάφεραν να «χτυπήσουν» τους θερινούς κινηματογράφους.
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ απευθύνθηκε σε παλιούς και νέους αιθουσάρχες. Τους ζήτησε να αναπολήσουν το παρελθόν και να μαντέψουν το μέλλον.
Τιμής ένεκεν ο πρώτος λόγος δίνεται σ΄ένα από τα παλιότερα θερινά της Αθήνας και ίσως της χώρας. Το «Σινέ Παρί», που ανοίγει το 1920. Είναι ο κινηματογράφος στα ριζά του βράχου της Ακρόπολης, στην καρδιά της Πλάκας. Η ιδέα για τη δημιουργία ενός θερινού κινηματογράφου ήταν ενός Έλληνα κομμωτή, ο οποίος ζούσε πολλά χρόνια στο Παρίσι και εξαιτίας αυτού το ονόμασε Paris.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60 χτίσθηκε το κτίριο στην Κυδαθηναίων, όπου στεγάζεται σήμερα και λειτουργεί ως θερινό και χειμερινό σινεμά. Στα τέλη του '60, όμως, εξαιτίας της κρίσης των θερινών κινηματογράφων, κλείνει για να ανοίξει και πάλι το 1986 με νέο ιδιοκτήτη πλέον. Έχει το φανατικό κοινό του, προβάλλει όλων των ειδών τις ταινίες και γοητεύει.
Η «Αίγλη», από τους επίσης παλιούς θερινούς, εξακολουθεί να κρατά τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, εκτός από το... μενού, που έχει εμπλουτισθεί με λιχουδιές του συρμού. Ποπ κόρν, ντορίτος, χοτ ντογκ και γρανίτα είναι πλέον τα κλασικά. «Παίζουν», όμως, και πιο... προχωρημένα, όπως πίτσα, σουβλάκι καλαμάκι και πατάτες τηγανιτές.
Σύμφωνα με την υπεύθυνη του σινεμά, Χαρά Μαλένου, ο κόσμος πάει στην «Αίγλη» για τις πρώτης προβολής ταινίες της.
Η «Μελίνα» είναι ένας ακόμη παλιός θερινός κινηματογράφος της Αθήνας. Σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, Γιώργο Καζιάνη, χτίστηκε το 1945-47 και πριν ονομαστεί Μελίνα είχε το όνομα Δώρα. Τα τελευταία 15 χρόνια πέρασε στην ιδιοκτησία του δήμου Δραπετσώνας -που τώρα έχει ενωθεί με τον δήμο Κερατσινίου- για να χρησιμοποιηθεί ως κινηματογράφος. «Παλιότερα υπήρχαν γύρω στους 12 θερινούς κινηματογράφους στην ευρύτερη περιοχή Κερατσινίου- Δραπετσώνας. Τώρα είναι μόνο το Μελίνα και το Μάρθα Καραγιάννη», λέει ο κ. Καζιάνης.
Το πρόγραμμά τού Μελίνα βασίζεται κυρίως στις επιτυχίες του αμερικάνικου κινηματογράφου, κατά κόσμον blockbusters, ενώ το Μ. Καραγιάννη προβάλλει κυρίως ταινίες σινεφίλ και παιδικές. «Δίνουμε μεγάλη έμφαση στις οικογένειες, γιατί το Κερατσίνι είναι μεγάλος δήμος, αριθμεί 210.000 κατοίκους, γι αυτό και παίζουμε πολλές παιδικές ταινίες με πολύ φθηνό εισιτήριο για να μπορεί να έρχεται ο κόσμος», σημειώνει ο κ. Καζιάνης και προθέτει: «Ο κινηματογράφος είναι μία λαϊκή ψυχαγωγία. Πρέπει να είναι προσιτός στο κοινό. Γι αυτό και διατηρούμε οικογενειακό εισιτήριο και παιδικό στα 4.5 ευρώ».
Το Μελίνα είναι από τους λίγους θερινούς κινηματογράφους του Πειραιά, που παίζουν λίγο πιο εναλλακτικό πρόγραμμα, καλύπτοντας και τις ανάγκες του κοινού, που αναζητεί πιο εμπορικά θεάματα. Η ταυτότητα των θεατών είναι ηλικίες από 5 έως 34 χρόνων, κυρίως νέοι γονείς και παιδιά. Η καλύτερή του εποχή, από πλευράς προσέλευσης, ήταν το 2008 με την προβολή της ταινίας «Mamma Mia». Σε μία εβδομάδα έκοψε 2.500 εισιτήρια.
Όπως λέει ο κ. Καζιάνης, η προσέλευση του κοινού παραμένει μεγάλη, χωρίς να έχει μειωθεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια. «Ποντάρουμε σε ένα είδος συνδυαστικής διασκέδασης. Διατηρούμε οργανωμένο μπαρ και προσφέρουμε και φαγητό (πίτσες, χοτ ντογκ, σουβλάκια κ.α) σε χαμηλές σχετικά τιμές. Είναι πολύ σημαντικό να προσφέρουμε στον κόσμο φθηνή και παράλληλα ποιοτική διασκέδαση. Με περίπου 25 ευρώ μία οικογένεια μπορεί να απολαύσει μία ταινία και παράλληλα να φάει», τονίζει.
Σε ό,τι αφορά τα multiplex, ο κ. Καζιάνης σημειώνει ότι η ίδια αναστάτωση είχε προκληθεί στην πιάτσα των αιθουσών και τη δεκαετία του ΄80 με την έλευση του βίντεο. «Η εμφάνισή τους αποσαφήνισε πόσο ευχάριστη και ιδιαίτερη εμπειρία είναι το να βλέπεις ταινίες σε ένα χειροποίητο, λαϊκό φόντο. Αυτό δεν μπορούν να το πολεμήσουν με τίποτα. Η σημερινή τεχνολογία έχει επηρεάσει τους κινηματογράφους, αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό τους θερινούς. Ο κινηματογράφος παραμένει ολοκληρωμένη πρόταση διασκέδασης και δεν μπορούν να τον εμποδίσουν ούτε τα dvd, ούτε το κατέβασμα ταινιών από το διαδίκτυο», σημειώνει.
Στην περιφέρεια, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τους αιθουσάρχες των θερινών.
Ο Πωλ Σκλάβος από το 1996 διαχειρίζεται το θερινό σινεμά «Ορφέας» στη Σαρωνίδα. Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, όπου σπούδαζε σκηνοθεσία, έκανε μία απόπειρα μάλλον αποτυχημένη. «Όταν ξεκινήσαμε, επιχειρήσαμε να προβάλλουμε ταινίες σινεφίλ. Είπαν ότι παίζουμε παλιές ταινίες. Είχαν δημιουργήσει μάλιστα άσχημη φήμη την οποία είδα και έπαθα για να ξεφορτωθώ», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αιθουσάρχης. «Αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε αυτού του είδους τις προβολές. Το κοινό στη Σαρωνίδα έχει άλλη διάθεση».
Εκτιμά ότι η καλύτερη περίοδος για το θερινό σινεμά ήταν η δεκαετία του ΄60. Όμως, από τα τέλη της δεκαετίας, με την έλευση της τηλεόρασης εκείνο άρχισε να «υποφέρει».
«Παλιά, κάθε γειτονιά είχε τρία τέσσερα θερινά σινεμά. Τώρα είναι ζήτημα αν βρεις ένα σε κάθε γειτονιά», λεει ο κ. Σκλάβος. Τον Ορφέα έστησε ο πατέρας του το 1935 στη Βουλιαγμένης. Ήταν από τα πρώτα σινεμά, μαζί με το Studio και το Εκράν, που ξεκίνησαν να προβάλουν σινεφίλ ταινίες. «Κάναμε αφιερώματα σε ευρωπαϊκές κινηματογραφίες και σε σκηνοθέτες. Παίζαμε τσέχικο, βραζιλιάνικο, γιαπωνέζικο κινηματογράφο, ταινίες του Μπέργκμαν, του Φελίνι... Ο Ορφέας είχε γίνει στέκι σινεφίλ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου