Πλήθος τα έργα της ελληνικής πεζογραφίας που γεμίζουν αυτές τις ημέρες, παρά τις συγγνωστές δυσκολίες της κρίσης, τις προθήκες και τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ανάμεσά τους και πέντε βιβλία που δοκιμάζουν να μας ταξιδέψουν - να μας ταξιδέψουν άλλοτε στην πραγματικότητα του παρελθόντος κι άλλοτε στη φαντασία του μέλλοντος, χωρίς να αγνοούν ποτέ τη σκληρότητα και τα αδιέξοδα του παρόντος.
Με το αφήγημά του "Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ" (Κέδρος, 237 σελ.), ο Μένης Κουμανταρέας επιστρέφει στα θέματα και τα πρόσωπα της νεανικής του ηλικίας. Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από την παραμονή του συγγραφέα σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1949, όταν στην Ελλάδα κορυφωνόταν ο Εμφύλιος. Στις σελίδες του πρωταγωνιστούν τα αγόρια και τα κορίτσια μιας ανήσυχης συντροφιάς, που ετοιμάζεται να ανακαλύψει τον κόσμο. Το κείμενο δεν είναι σημερινό: γράφτηκε σε μιαν εποχή τρελής νιότης, για να δημοσιευτεί μιαν εξηκονταετία αργότερα και να δοκιμάσει τις αντοχές του μέσα στον χρόνο. Οι ήρωες, θυμίζουν τους ήρωες τους οποίους έχει φιλοτεχνήσει ο Κουμανταρέας στις πρώτες συλλογές διηγημάτων του, αντιμετωπίζοντας τη φιλία και τον έρωτα με μια λοξή μετεφηβική ματιά: μια ματιά που αναδεικνύει τη σύγκρουση του ατόμου με το κατεστημένο του περιβάλλον, επικροτώντας το σθένος της αντίστασής του στις φθαρμένες νόρμες της εποχής του.
Αν ο Κουμανταρέας ταξιδεύει στο ευρωπαϊκό παρελθόν, η Ευγενία Φακίνου δοκιμάζει με το μυθιστόρημά της "Το τρένο των νεφών" (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 244) ένα άλλο, υπεράκτιο ταξίδι, που αποτελεί μια διεξοδική περιήγηση στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής. Το ταξίδι της Φακίνου γίνεται με τρένο και είναι ένα διπλό ταξίδι: από τη μια σταθμεύει σε μορφές που σημάδεψαν τη λατινοαμερικάνικη ιστορία (από τον Τσε και τον Σιμόν Μπολίβαρ μέχρι την Εβίτα Περόν) και από την άλλη ψάχνει το άγνωστο εσωτερικό μας τοπίο, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά μιας αυτοδιαγνωστικής έρευνας. Το μυθιστορηματικό κείμενο της Φακίνου στηρίζεται σε άλλα μυθιστορηματικά κείμενα: σε βιβλία λατινοαμερικάνων συγγραφέων που διάβασε και ξεχώρισε η ίδια προτού επιβιβαστεί στο τρένο της και αρχίσει την περιδιάβασή της στα μυστικά μιας ηπείρου η οποία έχει τον τρόπο να μεταμορφώσει και τον αναγνώστη σ' ένα είδος νοερού ταξιδευτή, ικανού να αποκρυπτογραφήσει τα πιο απόκρυφα μυστικά της.
Με τη συλλογή διηγημάτων της "Καιρός σκεπτικός" (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 200), η Ιωάννα Καρυστιάνη παραμένει στις μελαγχολικές όψεις οι οποίες ταλαιπωρούν την εσωτερική μας επικράτεια. Τα διηγήματά της κάνουν λόγο για τους ανθρώπους των ημερών μας: τους καθημερινούς και τους ανήμπορους ανθρώπους της κρίσης, που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με δυνάμεις οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα αποθέματά τους, οδηγώντας τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην απαξίωση και στο περιθώριο. Το ταξίδι μοιάζει εδώ με ένα ταξίδι εντός των τειχών, που καταστρέφει με ταχύτητα κάθε προοπτική και ελπίδα, χωρίς να προσφέρει την παραμικρή απαντοχή. Οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της Καρυστιάνη καταφέρνουν, ωστόσο, να υπομείνουν στο τέλος τις ποικίλες αντιξοότητες οι οποίες βασανίζουν τον βίο τους, επενδύοντας στο φυσικό τους ήθος, που ταυτίζεται με μιαν ολοφάνερη αρετή και ακεραιότητα.
Υπάρχουν, όμως, κι άλλα ταξίδια, όπως το ταξίδι στη σφαίρα της φαντασίας, που επιχειρεί ο Σωτήρης Δημητρίου με το πεζογράφημά του "Η σιωπή του ξερόχορτου" (εκδόσεις Πατάκη, σελ. 85). Εκείνο το οποίο κυριαρχεί εν προκειμένω είναι το όραμα μιας λυτρωτικής ουτοπίας. Στο σύμπαν του Σουσαμυγδαλόμελου και της Πασατεμποσταροχαλβαδούς οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από τη δυναστεία του χρήματος και των οικογενειακών δεσμών και, επιπλέον, έχουν κατορθώσει να φτάσουν στο σημείο να αγνοούν τον φόβο του θανάτου ή την τιμωρία του θεού. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ήρωες του Δημητρίου ζουν αχαλιναγώγητοι, χωρίς ηθική κρίση και πέρα από τον οιονδήποτε κοινωνικό έλεγχο. Ό,τι πρωτίστως έχουν κερδίσει είναι η ελευθερία και η αυτονομία τους. Ουτοπία; Οπωσδήποτε. Ο συγγραφέας δεν κρύβει, άλλωστε, τις προθέσεις του. Σκοπός του είναι όχι να προσφέρει ένα ελιξίριο για την κρίση, αλλά να θρέψει ένα όνειρο: έστω κι αν ένα τέτοιο όνειρο είναι καταδικασμένο εκ των πραγμάτων να παραμείνει στα χαρτιά.
Με το μυθιστόρημά του "Ο ερωτευμένος Ελύτης" (εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 371), ο Φίλιππος Φιλίππου ταξιδεύει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και στη δύσκολη χρονιά του 1937, όταν η δικτατορία του Μεταξά βρίσκεται σε άνοδο και ο Οδυσσέας Ελύτης καταφτάνει, σε ηλικία 26 ετών, στην Κέρκυρα για να φοιτήσει στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Μαζί του είναι ο Ευάγγελος Λοΐζος, ένας κύπριος νεαρός δικηγόρος, ο οποίος χρηματοδοτεί τα "Νέα Γράμματα", το λογοτεχνικό περιοδικό που αποτέλεσε το προπύργιο της γενιάς του 1930. Εβδομήντα χρόνια αργότερα ένας δημοσιογράφος πηγαίνει στο νησί για να διερευνήσει τον κύκλο των προσώπων με τα οποία ήλθε σε επαφή ο Ελύτης κατά τη διαμονή του εκεί. Ο δημοσιογράφος ενδιαφέρεται κυρίως για τους έρωτες του Ελύτη στην Κέρκυρα, αλλά στην αφήγηση εμπλέκονται γρήγορα και ποικίλα λογοτεχνικά επώνυμα (από τον Εμπειρίκο και τον Καραγάτση μέχρι τον Λόρενς Ντάρελ), που θα φτιάξουν ένα περίπλοκο pastiche, σ' ένα βιβλίο το οποίο κινείται παιγνιωδώς μεταξύ μυθοπλασίας, ρεπορτάζ και ιστορικού μυθιστορήματος, κλείνοντας με έναν απρόσμενο τρόπο το έτος Ελύτη.
Με το αφήγημά του "Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ" (Κέδρος, 237 σελ.), ο Μένης Κουμανταρέας επιστρέφει στα θέματα και τα πρόσωπα της νεανικής του ηλικίας. Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από την παραμονή του συγγραφέα σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1949, όταν στην Ελλάδα κορυφωνόταν ο Εμφύλιος. Στις σελίδες του πρωταγωνιστούν τα αγόρια και τα κορίτσια μιας ανήσυχης συντροφιάς, που ετοιμάζεται να ανακαλύψει τον κόσμο. Το κείμενο δεν είναι σημερινό: γράφτηκε σε μιαν εποχή τρελής νιότης, για να δημοσιευτεί μιαν εξηκονταετία αργότερα και να δοκιμάσει τις αντοχές του μέσα στον χρόνο. Οι ήρωες, θυμίζουν τους ήρωες τους οποίους έχει φιλοτεχνήσει ο Κουμανταρέας στις πρώτες συλλογές διηγημάτων του, αντιμετωπίζοντας τη φιλία και τον έρωτα με μια λοξή μετεφηβική ματιά: μια ματιά που αναδεικνύει τη σύγκρουση του ατόμου με το κατεστημένο του περιβάλλον, επικροτώντας το σθένος της αντίστασής του στις φθαρμένες νόρμες της εποχής του.
Αν ο Κουμανταρέας ταξιδεύει στο ευρωπαϊκό παρελθόν, η Ευγενία Φακίνου δοκιμάζει με το μυθιστόρημά της "Το τρένο των νεφών" (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 244) ένα άλλο, υπεράκτιο ταξίδι, που αποτελεί μια διεξοδική περιήγηση στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής. Το ταξίδι της Φακίνου γίνεται με τρένο και είναι ένα διπλό ταξίδι: από τη μια σταθμεύει σε μορφές που σημάδεψαν τη λατινοαμερικάνικη ιστορία (από τον Τσε και τον Σιμόν Μπολίβαρ μέχρι την Εβίτα Περόν) και από την άλλη ψάχνει το άγνωστο εσωτερικό μας τοπίο, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά μιας αυτοδιαγνωστικής έρευνας. Το μυθιστορηματικό κείμενο της Φακίνου στηρίζεται σε άλλα μυθιστορηματικά κείμενα: σε βιβλία λατινοαμερικάνων συγγραφέων που διάβασε και ξεχώρισε η ίδια προτού επιβιβαστεί στο τρένο της και αρχίσει την περιδιάβασή της στα μυστικά μιας ηπείρου η οποία έχει τον τρόπο να μεταμορφώσει και τον αναγνώστη σ' ένα είδος νοερού ταξιδευτή, ικανού να αποκρυπτογραφήσει τα πιο απόκρυφα μυστικά της.
Με τη συλλογή διηγημάτων της "Καιρός σκεπτικός" (εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 200), η Ιωάννα Καρυστιάνη παραμένει στις μελαγχολικές όψεις οι οποίες ταλαιπωρούν την εσωτερική μας επικράτεια. Τα διηγήματά της κάνουν λόγο για τους ανθρώπους των ημερών μας: τους καθημερινούς και τους ανήμπορους ανθρώπους της κρίσης, που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με δυνάμεις οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα αποθέματά τους, οδηγώντας τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην απαξίωση και στο περιθώριο. Το ταξίδι μοιάζει εδώ με ένα ταξίδι εντός των τειχών, που καταστρέφει με ταχύτητα κάθε προοπτική και ελπίδα, χωρίς να προσφέρει την παραμικρή απαντοχή. Οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της Καρυστιάνη καταφέρνουν, ωστόσο, να υπομείνουν στο τέλος τις ποικίλες αντιξοότητες οι οποίες βασανίζουν τον βίο τους, επενδύοντας στο φυσικό τους ήθος, που ταυτίζεται με μιαν ολοφάνερη αρετή και ακεραιότητα.
Υπάρχουν, όμως, κι άλλα ταξίδια, όπως το ταξίδι στη σφαίρα της φαντασίας, που επιχειρεί ο Σωτήρης Δημητρίου με το πεζογράφημά του "Η σιωπή του ξερόχορτου" (εκδόσεις Πατάκη, σελ. 85). Εκείνο το οποίο κυριαρχεί εν προκειμένω είναι το όραμα μιας λυτρωτικής ουτοπίας. Στο σύμπαν του Σουσαμυγδαλόμελου και της Πασατεμποσταροχαλβαδούς οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από τη δυναστεία του χρήματος και των οικογενειακών δεσμών και, επιπλέον, έχουν κατορθώσει να φτάσουν στο σημείο να αγνοούν τον φόβο του θανάτου ή την τιμωρία του θεού. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ήρωες του Δημητρίου ζουν αχαλιναγώγητοι, χωρίς ηθική κρίση και πέρα από τον οιονδήποτε κοινωνικό έλεγχο. Ό,τι πρωτίστως έχουν κερδίσει είναι η ελευθερία και η αυτονομία τους. Ουτοπία; Οπωσδήποτε. Ο συγγραφέας δεν κρύβει, άλλωστε, τις προθέσεις του. Σκοπός του είναι όχι να προσφέρει ένα ελιξίριο για την κρίση, αλλά να θρέψει ένα όνειρο: έστω κι αν ένα τέτοιο όνειρο είναι καταδικασμένο εκ των πραγμάτων να παραμείνει στα χαρτιά.
Με το μυθιστόρημά του "Ο ερωτευμένος Ελύτης" (εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 371), ο Φίλιππος Φιλίππου ταξιδεύει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και στη δύσκολη χρονιά του 1937, όταν η δικτατορία του Μεταξά βρίσκεται σε άνοδο και ο Οδυσσέας Ελύτης καταφτάνει, σε ηλικία 26 ετών, στην Κέρκυρα για να φοιτήσει στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Μαζί του είναι ο Ευάγγελος Λοΐζος, ένας κύπριος νεαρός δικηγόρος, ο οποίος χρηματοδοτεί τα "Νέα Γράμματα", το λογοτεχνικό περιοδικό που αποτέλεσε το προπύργιο της γενιάς του 1930. Εβδομήντα χρόνια αργότερα ένας δημοσιογράφος πηγαίνει στο νησί για να διερευνήσει τον κύκλο των προσώπων με τα οποία ήλθε σε επαφή ο Ελύτης κατά τη διαμονή του εκεί. Ο δημοσιογράφος ενδιαφέρεται κυρίως για τους έρωτες του Ελύτη στην Κέρκυρα, αλλά στην αφήγηση εμπλέκονται γρήγορα και ποικίλα λογοτεχνικά επώνυμα (από τον Εμπειρίκο και τον Καραγάτση μέχρι τον Λόρενς Ντάρελ), που θα φτιάξουν ένα περίπλοκο pastiche, σ' ένα βιβλίο το οποίο κινείται παιγνιωδώς μεταξύ μυθοπλασίας, ρεπορτάζ και ιστορικού μυθιστορήματος, κλείνοντας με έναν απρόσμενο τρόπο το έτος Ελύτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου