Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Ανταγωνισμός

Ο κανόνας της εποχής του μνημονίου είναι να κλείνουν μαγαζιά.
Ολόκληροι δρόμοι στις γειτονιές της Αθήνας και των άλλων πόλεων μετατρέπονται σε εμπορικά νεκροταφεία. Ή σε ζωντανές εκθέσεις real estate: «πωλείται», «ενοικιάζεται». Καμιά φορά, συμβαίνει και κάποιο θαύμα. Υπάρχουν, φαίνεται, κάποιοι τολμηροί. Ή απελπισμένοι. Ή κάποιοι που έχουν να κάψουν λίπος.

Συμβαίνει σε μια γειτονιά της Αθήνας. Οικιστική περιοχή, μ’ έναν μικρό εμπορικό δρόμο με τα στοιχειώδη – τον φούρνο, το φαρμακείο, το μίνι μάρκετ, το περίπτερο και τα συναφή. Διαθέτει κι έναν μοναδικό μαζικό χώρο εργασίας, με όχι πάνω από 200 εργαζομένους που στη διάρκεια του οκτάωρού τους κάνουν έναν μικρό ημερήσιο τζίρο στη γειτονιά, υπολογίζω όχι πάνω από 400 ευρώ, για έναν καφέ και κάτι πρόχειρο για φαγητό. Δεκάδες ντελιβαράδικα πέφτουν σαν τον περονόσπορο στο υποτιθέμενο μοναδικό «Ελντοράντο» της γειτονιάς. Πρόθυμοι καμικάζι της ασφάλτου διασχίζουν έως και 5 χιλιόμετρα πάνω σε σκυλοφτιαγμένα παπάκια, χωρίς κράνος, κακοπληρωμένοι και προφανώς ανασφάλιστοι, για να φέρουν σουβλάκια, πίτσες και κακομαγειρεμένες μερίδες φαγητού με γκουρμέ ονομασίες, όταν πέφτει το βράδυ και επιστρέφει η πείνα. Αλλά πυρήνας αυτής της μικρής αγοράς των 200 ανθρώπων παραμένουν ο καφές και το σάντουιτς.

Μέχρι τώρα, αυτή η αγορά εξυπηρετούνταν από έναν φούρνο που προσέφερε και φτηνό καφέ, αλλά σελφ σέρβις, και κυρίως ένα μικρό σνακ μπαρ που έφερνε καφέ και πρόχειρο φαγητό στη «Ford Motors» της γειτονιάς, την αγορά των 200 καταναλωτών. Δυο θέσεις εργασίας όλες κι όλες, συνιδιοκτήτες υποθέτω, «αφεντικά» του εαυτού τους. Ή δούλοι του. Αυτοί μοιράζονταν τον ημερήσιο τζίρο των 400 ευρώ, στην καλύτερη περίπτωση.

Βρέθηκε, όμως, ο τολμηρός. Απέναντι από τη «μαζική αγορά των 200», φάτσα κάρτα από την πύλη της, ανοίγει κατακαλόκαιρο ο τρίτος διεκδικητής της. Starbucks αλά ελληνικά. Ντιζαϊνάτο, με τραπεζάκια έξω, ατμοσφαιρικούς φωτισμούς -περιττούς στο καταμεσήμερο που έρχεται ο κόσμος και θέλει καφέ- και μια επωνυμία λες κι άνοιξε μαγαζί στο Μανχάταν. Τρέμε, φούρνε, με τα κουλούρια, τις τυρόπιτες και το ρεβίθι που δίνεις για καφέ. Τρέμε κι εσύ, άθλιε βιοπαλαιστά, με την τρύπα των 10 τετραγωνικών και το θορυβώδες παπάκι σου. Εδώ διαθέτουμε χλίδα, καφέ ματσιάτο, καφέ λάτε, σάντουιτς σολομού και φρέσκιας μοτσαρέλας, άισμπεργκ – ζει άνθρωπος χωρίς σολομό και άισμπεργκ; Δεν ζει.

Έτσι, οι διεκδικητές της «αγοράς των 200 καταναλωτών καφέ», ο ημερήσιος τζίρος των 400 ευρώ που από τον επόμενο μήνα μπορεί να πέσει στα 300 ή και τα 200 ευρώ -κάτσε να έρθουν τα εκκαθαριστικά της εφορίας, να πέσει και μια «κουρά» μισθών και θέσεων εργασίας και θα δεις- πρέπει να μοιραστεί στα τρία. Βεβαίως, η πρόθεση του «εισβολέα» δεν είναι να μοιραστεί αυτόν τον τζίρο. Το πιθανότερο είναι ότι τον θέλει όλο δικό του. Όπως το ίδιο θα ήθελαν και οι προκάτοχοί του στον ανταγωνισμό, χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα: κακοπληρωμένους ή «μαύρους» εργαζομένους, τους λίγους που μπορεί να έχουν, φτηνά κι αμφίβολης ποιότητας υλικά, ολίγη φοροδιαφυγή – «και τα μικρά αφεντικά κουφάλες είναι», είναι ένα φρέσκο αναρχικό σύνθημα που σαρκάζει τους εμπορικούς δρόμους με τα κλειστά μαγαζιά. Κανείς δεν θέλει να μοιραστεί τίποτα, όλοι θα ήθελαν να είναι το μονοπώλιο της ελάχιστης αγοράς που «χτυπάνε». Πλην, φευ, κανείς τους δεν θα γίνει μονοπώλιο. Το πιθανότερο είναι ότι θα μοιραστούν αυτή την ισχνή πίτα των 400 ευρώ, που θα μικρύνει κι άλλο, και θα ανακαλύψουν πως τα άνισα κομμάτια τους δεν φτάνουν για να θρέψουν κανένα. Ο ανταγωνισμός δεν θα αναπτυχθεί για το ποιος θα γίνει το «μονοπώλιο», αλλά για το ποιος θα κλείσει πρώτος. Ο ανταγωνισμός είναι κανιβαλισμός.

Κανονικά η τρόικα, ο Τόμσεν, ο Μορς και ο Μαζούχ αυτοπροσώπως, έπρεπε να σπεύσει εκεί, σ’ αυτό το μικρό αγοραίο χάπενινγκ, και να παρασημοφορήσει τους πρωταγωνιστές του. Όχι μόνον για την τόλμη τους ν’ ανοίξουν μαγαζί σε καιρούς ύφεσης 8%, αλλά γιατί είναι αυθεντικοί εκτελεστές της συνταγής τους. Όσο πιο βαθιά κολλάει στη λάσπη της ύφεσης η ελληνική και όλη η ευρωπαϊκή οικονομία, τόσο ενισχύεται η θεμελιώδης ιδεοληψία τους: το πρόβλημα δεν είναι το δημοσιονομικό, αλλά η ανταγωνιστικότητα. Τέλεια. Τα μέσα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας; Τα γνωστά: μείωση εργατικού κόστους, μείωση του κοινωνικού κόστους, μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων με οδηγό το κράτος-πωλητή.

Ό,τι συμβαίνει στη μικροκλίμακα της γειτονιάς συμβαίνει και στη μεγάλη κλίμακα, της ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας οικονομίας. Το θεώρημα της ανταγωνιστικότητας βασίζεται στην πεποίθηση ότι αυτή, με κάποιο μαγικό τρόπο, λειτουργεί ως επιταχυντής, πολλαπλασιαστής της οικονομικής μεγέθυνσης. Κάτι μυστηριώδες γίνεται και ο ανταγωνισμός των πωλητών αυξάνει τη διάθεση των αγοραστών να δαπανήσουν. Αμ δε! Αυτά last year, last age. Είναι η συνταγή της ευημερίας. Τώρα, χρειαζόμαστε μια συνταγή καχεξίας. Ούτε ο ανταγωνισμός των εργαζομένων πρόκειται να αυξήσει την προσφορά θέσεων εργασίας – εξ ου και οι μειώσεις στους μισθούς συνοδεύονται με υπερδιπλασιασμό της ανεργίας. Ούτε ο ανταγωνισμός των «παραγωγών» και «προμηθευτών» πρόκειται να αυξήσει την πίτα της καταναλωτικής δαπάνης που συρρικνώνεται ακριβώς λόγω του παράλληλου «ανταγωνισμού των μισθωτών» και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Το περισσότερο που μπορεί να συμβεί είναι να ενταθεί ο κανιβαλισμός. Σε μια όλο και μικρότερη αγορά θα επιβιώνουν όλο και λιγότεροι «πωλητές». Λιγότερη πίτα, λιγότερα κομμάτια, πιο άνιση κατανομή.

Τόσα χρόνια φανατικής εφαρμογής της συνταγής της ανταγωνιστικότητας από τις πολιτικές και τεχνοκρατικές ελίτ και ιδού το αποτέλεσμα. Η Ευρωζώνη έχει γίνει μια μαύρη τρύπα του διεθνούς καπιταλισμού – «ένα σύννεφο πάνω από την Αμερική», τη χαρακτήρισε ο Γκάιτνερ. Ο Κάμερον κάλεσε 5.000 επιχειρηματίες απ’ όλο τον κόσμο για να τους εκθέσει, παράλληλα με τον ολυμπιακό του άθλο, τα θέλγητρα του επενδυτικού ανταγωνισμού της Βρετανίας. Η Μέρκελ κάνει με τον τρόπο της το ίδιο – όλοι ανταγωνίζονται να «φουσκώσουν» μια αγορά που με τις πολιτικές τους διαρκώς συρρικνώνουν. Κι έτσι, καταλήγουν να κλέβουν ο ένας το κομμάτι πίτας του άλλου. Κανιβαλίζουν εαυτούς και αλλήλους στον βάλτο της ύφεσης.

Το θεώρημα του ανταγωνισμού επικαλείται όχι μόνο την προωθητική δύναμη της «απληστίας» στο πέρασμα της Ιστορίας -ο Ντάνι Μπόιλ επέλεξε να το δείξει αυτό στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, με την προβολή της Βρετανίας ως πατρίδας της βιομηχανικής επανάστασης, που όντως ήταν-, αλλά και την ύπαρξη ενός ανάλογου κανόνα στη φύση. Ο ανταγωνισμός των ειδών για τους πόρους ζωής τους είναι το θεμέλιο της φυσικής εξέλιξης, μας αποκάλυψε ο Δαρβίνος. Ναι, αλλά εν τω μεταξύ εκατομμύρια είδη έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης και η βιοποικιλότητα φτωχαίνει, δεν αυξάνεται. Και ο (ανθρώπινος) ανταγωνισμός διεκδικεί επάξια τον ιστορικό ρόλο να είναι ένας από τους βασικούς -αν όχι ο βασικότερος- παράγοντας παρακμής της ζωής στον πλανήτη.

Altius, citius, fortius, αντιτείνουν οι δογματικοί της ανταγωνιστικότητας, αναζητώντας ένα ευγενές επιχείρημα στα «ολυμπιακά ιδεώδη», που θεωρητικά οδηγούν στον υπεράνθρωπο. «Τα ρεκόρ, όμως, έχουν όρια», αντιτείνουν οι επιστήμονες, θυμίζοντας ότι ακόμη και ο σωματικός ανταγωνισμός έχει λίγες υπεραξίες πια να προσθέσει, εκτός αν μετατρέψουμε τους ανθρώπους σε σάκους ντόπας, σε μεταλλαγμένους ή σε ρομπότ με ημερομηνία λήξης. Και δεν βάζουμε στον στίβο να τρέχουν αυτοκίνητα και στην πισίνα ταχύπλοα να ξεμπερδεύουμε;

Όσοι αναζητούν στην ανταγωνιστικότητα κάποιου είδους ευγενές κίνητρο κι ακόμη ευγενέστερες προθέσεις ας ρίξουν μια ματιά στα οικονομικά ερείπια που συσσωρεύονται στο καπιταλιστικό σύμπαν της ύφεσης. Προσεχώς και στα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Καφές σε τιμή ευκαιρίας. Αλλά της παρηγοριάς.




Επενδυτής, 4/8/2012

kibi-blog.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου