Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Über alles το ξερό ψωμί.

Από νωρίς το πρωί – όρθρου βαθέως – η Τοπική Φρουρά των Χαλυβδόκρανων καθάρισε
το κέντρο της πόλης.

Σαν ποτέ της να μην αμάρτησε η Αθηνά έλαμψε κάτω απ’ το ιλαρό φως του φθινοπωρινού πρωινού.

Παρίες, ζητιάνοι λεροί – όλοι οι ικέτες των κατώτερων θεών «σκουπίστηκαν» και οι Σκύθες Χωροφύλακες έπιασαν τα πόστα και τις διαβάσεις, ασφάλισαν τις διασταυρώσεις,

έτσι ώστε η Πόλις να δείξει στον Αλάριχο που έρχεται σήμερα τη φιλόξενη όψη της και την αρχαία της αρχοντιά.

Η αλήθεια είναι ότι μια αύρα ανησυχίας διαπερνούσε τους προεστούς και ορισμένους εξ αυτών κατείχε.

Ηδη οι οιονωσκόποι και οι ιερείς έψαχναν για ευμενείς οιωνούς στα σπλάχνα των ζώων και τους ουρανούς, ένα σημάδι ότι η κυρία Καγκελάριος έφθανε με καλές προθέσεις κι αγαθές διαθέσεις – όμως,

αν εξαιρέσει κανείς το πέρασμα ενός σμήνους Στούκας πάνω απ’ την Πόλη με κατεύθυνση τον Πειραιά, ουδένα άλλον αξιοπερίεργο τάραξε τη συνήθη τελετουργία των ουρανών, ήτοι ολίγα πτηνά να πετούνε δώθε κείθε και ολίγα σύννεφα να ίπτανται πέρα δώθε...

Ομως η ένταση αισθητή. Η τελευταία φορά που ήρθε ο Αλάριχος στην Πόλη ήταν τότε που βούτηξε τον πληθυσμό των αγαλμάτων – εξόριστα και υπόδουλα ζουν ακόμα τα περισσότερα απ’ αυτά εκεί στην ξένη, αλλά στα σαλόνια υποδοχής των Τραπεζών κι άλλα κλεισμένα στον Άδη των Χρηματοκιβωτίων – διαθέσιμα μόνο για τα χλωμά μάτια των αργυραμοιβών. Όταν

και αυτοί σε μια στιγμή σχολής θέλουν να ευφρανθούν, να χαϊδέψουν λίγη γυναικεία σάρκα ή να ανατριχιάσουν κάπως με ένα αγορίστικο εφηβικό κορμί.

Ομως η ένταση, ένταση!

Ανήσυχοι οι προεστοί κι ανάμεσά τους πιο λαμπρά στολισμένοι οι Καναλάρχες – Εργολάβοι, οι Εκδότες Φιλάνθρωποι και Οικολόγοι και οι Εφημεριδάδες Οπλικών Συστημάτων έκαναν θυσίες – όλα να έχουν αίσια έκβαση και

προσεύχονταν με μεγάλες φωνές στον Ξένιο Δία ειρηνικά (και φυσικά επωφελώς) να μπουν στην Πόλη οι Γερμανοί, ήδη οι σμπίροι διέδιδαν στην Αγορά, ότι οι προφυλακές τους βρίσκονταν στην Κηφισιά και με χαρακτηριστική τευτονική ευταξία οι φάλαγγες της Μεραρχίας Ζήμενς ουντ Φούχτελ κατέφθαναν.

Κατέφθαναν, αλλά δεν είχαν φθάσει ακόμα.

Απ’ τα μεγάφωνα στους δρόμους και τις πλατείες μεταδίδονταν το κύριο άρθρο του Βλάχου της «Καθημερινής» του 1941, όταν παρότρυνε τους Έλληνες να ενταχθούν κι αυτοί εν τέλει στον νέο κόσμο των νικητών που ανέτειλε, στη Νέα Τάξη επί της Ευρώπης και να επωφεληθούν απ’ αυτό.

Ηδη από βραδύς της προτεραίας είχε αρχίσει η σχετική προεργασία απ’ τα μεγάφωνα των τηλεοράσεων.

Λιγούρικες και λυγμικές φωνές ξελιγωμένων για λίγη εύνοια ραγιάδων μετέδιδαν στα ελληνικά σπίτια

ότι η Μέρκελ έρχεται με «καλές προθέσεις» ως και η φράση «αλληλεγγύη προς την Ελλάδα» ακούστηκε (ωσαννά ωσαννά), ότι ακόμα κι αυτός ο αντιπαθής Σόιμπλε δεν μίλησε χθες από το Βερολίνο για «τελικές λύσεις» - να μην το εκλάβωμεν αυτό ως κάτι θετικόν; Να μην του δώσουμε την πρέπουσα προβολή;

Πλησιάζει μεσημέρι.

Ο κ. Σαμαράς και γύρω του η Σύγκλητος έχουν βγει στο κεφαλόσκαλο του Κοινοβουλίου και περιμένουν,

περιμένουν τη «στήριξη από την κυρία Μέρκελ» (τελευταίως κάτι ναοί ραγίσανε και πέσανε) – επομένως η «στήριξη απ’ την κυρία Μπλιτς Κρίγκ τότε Φαστ Τρακ τώρα, είναι απαραίτητη και κυρίως καλόδεχτη.

Εκφράζοντας αυτήν την καλή διάθεση ο κ. Σαμαράς δήλωνε στους Διαπλοκάριους και τους Σιλεντάριους που έστεκαν γύρω του

ότι τις συντάξεις του ΟΓΑ θα τις φάει κατά τριάντα ευρώ ο ίδιος προσωπικώς – δεν είναι ώρα να χρονοτριβούμε!

Επτάμιση δις μας ζητάνε για σήμερα, εννέα να τους δώσουμε, ανασχηματισμό θέλουν ανασχηματισμό θα κάνουμε. Αν προλαβαίνουμε κάθε τους επιθυμία, θα αποφύγουμε τις διαταγές.

Τα πρώτα κιούμπελ βάγκεν των Γερμανών επιτέλους έφθασαν στον Σύνταγμα. Μοτοσυκλετιστές με μακριές σκονισμένες πέτσινες χλαίνες κατέβαιναν απ’ τα οχήματά τους κι άνοιγαν τις πόρτες των τετράτροχων για να κατεβούν οι αξιωματούχοι, λαμπρά σφιγμένοι μέσα στις μαύρες τους στολές.

Η μπάντα του ελληνικού γερμανοντυμένου συντάγματος Μίζα και Παραλλαγή εξίσου λαμπρά παιάνισε τον Εθνικό Ύμνο – χωρίς όμως τους στίχους του, μη γίνει την τελευταία ώρα καμιά στραβή με «ελευθερίες» και «ιερά κόκαλα»...

Αίφνης σιωπή – μια κοφτή διαταγή – τον σκασμό η μπάντα, η δωδεκακύλινδρη μακρομούρα μερσεντές γουργούρισε και σταμάτησε, η φραουφύρερ Μέρκελ έφθασε, επιτέλους αφίχθη – σε

ιερή σιγή κατέβηκε απ’ την τεθωρακισμένη εξάτροχη λιμουζίνα και με σταθερό βήμα (όχι της χήνας, αλλά της περπατημένης) πλησίασε το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη.

Στάθηκε μπροστά του με δέος και με σεβασμό, ενώ ένας ϋμπεργκουπενφύρερ των Ες Ες Τόκοι Τόκοι της έφερνε στεφάνι να το καταθέσει.

Ο Αγνωστος Στρατιώτης έβαλε τα γέλια και σηκώθηκε. Το ύψος του έφθανε τον ιστό της σημαίας στη μετώπη του Κοινοβουλίου. Κοίταξε κάτω τη Μέρκελ και της είπε σκασμένος στα γέλια: «Ρε Αλάριχε, πότε θα βάλεις μυαλό;»...


ΣΤΑΘΗΣ 
enikos.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου