Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Ήρθαν

Βρέθηκα πριν λίγα βράδια με μερικούς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Κι όταν βρίσκομαι στον ίδιο χώρο με ενδιαφέροντες ανθρώπους,
προτιμώ να μένω σιωπηλός και να ακούω. Όταν πάλι βρίσκομαι στον ίδιο χώρο με όχι και τόσο ενδιαφέροντες ανθρώπους, προτιμώ να μένω σιωπηλός και να προσποιούμαι πειστικά ότι ακούω. Τεχνικά αυτό καλείται «poker silence», καθώς εκείνος που βρίσκεται απέναντί σου δεν μπορεί να γνωρίζει αν τον θεωρείς ενδιαφέροντα ή όχι. Το πιθανότερο πάντως είναι πως δεν χολοσκάει, αφού κοινό γνώρισμα τόσο αυτών που έχουν όσο και αυτών που δεν έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν, είναι πως βασικά θέλουν να το πουν. Ας το πουν λοιπόν. Μπορούν να είναι σίγουροι ότι δεν θα τους διακόψω. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσω πως φαίνεται να υπάρχει μια βασική ανθρωπολογική διαφορά ανάμεσα στην εποχή του Ηγεμόνα από τη Δυτική Λιβύη και τη σημερινή. Τότε για τους λιγομίλητους ανθρώπους διεδιδόταν ότι θάταν βαθείς στις σκέψεις και πως ως τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά. Σήμερα η σιωπή σου αντί για τεκμήριο βάθους εκλαμβάνεται ως εντυπωσιακό παράδοξο: καλά, μόνο να γράφει μπορεί, να μιλήσει όχι;
Ας φύγουμε όμως από δυσεπίλυτα θέματα, όπως το τι είμαι ή δεν είμαι ικανός να κάνω εγώ, και ας πάμε σε ευκολάκια, όπως το τι είναι ή δεν είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος ως είδος. Πριν λίγα βράδια λοιπόν, η συζήτηση είχε πάει (με αφορμή ένα βιβλίο ονόματι «Το τιμωρό χέρι του λαού»), σε θηριωδίες που συνέβαιναν στην κατοχή και στον εμφύλιο, σε αντίποινα που γίνονταν σε οικογένειες και μικρά παιδιά κλπ. Αλλά και πριν την κατοχή, για μια γενικότερη βίαιη ιστορία της Αθήνας, που έχει περίπου αποσιωπηθεί από το εκπαιδευτικό μας σύστημα και δεν αποτελεί τμήμα του δημοσίου διαλόγου και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορική μας συνέχεια.

Και κάπως έτσι, τα αντίποινα σε οικογένειες σου ακούγονται σήμερα ως κάτι εντελώς αδιανόητο και ξένο, σου ακούγονται σήμερα ως κάτι που συνέβη σε μια περίοδο - ανώμαλη παρένθεση, σου ακούγονται σήμερα ως κάτι που μπορούσε να συμβεί μόνο από κτήνη. Αντίστοιχα περίπου ισχύουν για τις θηριωδίες που συμβαίνουν σήμερα σε άλλες γωνιές του κόσμου, μερικές από τις οποίες όχι και ιδιαίτερα μακρινές γεωγραφικά. Μακρινές όμως στην αντίληψή μας για το ποιοί είμαστε εμείς και ποιός είναι ο κόσμος στον οποίο εμείς ζούμε. Στον κόσμο στον οποίο εμείς μάθαμε και ήταν ο μόνος γνωστός μας «περάσαμε πολύ γρήγορα από την απαξίωση της ζωής στη δαιμονοποιηση του θανάτου» (όπως είπε ένας από τους ενδιαφέροντες ανθρώπους) και «ο θάνατος νοούνταν μόνο σαν η αρρώστια σε βαθιά γηρατειά και με κατάληξη σε κάποιο νοσοκομείο» (όπως πρόσθεσε ένας άλλος).
Μπορεί όμως να απέχουμε πολύ από τον κόσμο των θηριωδιών της κατοχής ή των τωρινών θηριωδιών σε άλλα μέρη της γης, αλλά επίσης απέχουμε -λιγότερο, πάντως απέχουμε- από τον πρόσφατο δικό μας κόσμο. Τρία καλοκαίρια πριν η ίδια συζήτηση θα διεξαγόταν σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Και ακόμη και αν έγραφα ποστ με τις ίδιες τωρινές σκέψεις, θα ήταν σκέψεις που θα χουχούλιαζαν στην θαλπωρή της θεωρίας και μόνο. Αν έγραφα δηλαδή ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αποκλείει εξ ορισμού πως μια μέρα εγώ κι εσύ θα σκοτώσουμε παιδιά, αν έγραφα ότι δεν υπάρχουν κτήνη παρά μόνο αποκτηνωμένοι άνθρωποι, αν έγραφα ότι η ανώμαλη παρένθεση δεν ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του σαράντα, αλλά ίσως το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αν έγραφα ότι η ανωμαλία δεν είναι η κτηνωδία ως τμήμα της κυκλικότητας των εποχών, αλλά η εξάλειψή της και η αναγωγή της σε αδιανόητο, θα τα έγραφα φορώντας ζώνη ασφαλείας.
Παραπομπή σε κάτι που διάβασα:
«Ο Ιμρε Κέρτες (βραβείο Νομπέλ 2002) στο βιβλίο του «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο» αφηγείται ότι, όταν επέστρεψε στην πατρίδα από τα στρατόπεδα των ναζιστών, τον ρώτησαν με αγωνία οι εναπομείναντες τι θα μπορούσαν να κάνουν ... Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η κουραστική επανάληψη μιας λέξης με την οποία περιέγραφαν κάθε αλλαγή: έτσι "ήρθαν" λόγου χάρη τα σπίτια με το εβραϊκό αστέρι, "ήρθε" η 15η Οκτωβρίου, "ήρθαν" οι φασίστες, "ήρθε" το γκέτο, "ήρθε" η απελευθέρωση. Λες και δεν μπορούσαν πια να αντιληφθούν τις λεπτομέρειες, δεν εκτυλίσσονταν όλα με τη συνηθισμένη διαδοχή λεπτών, ωρών, ημερών και μηνών, αλλά κατά κάποιον τρόπο μεμιάς, κάπως μέσα σε μια δίνη».
Μεμιάς, κάπως μέσα σε μια δίνη, χωρίς να την αντιλαμβανόμαστε πλήρως και χωρίς να μπορούμε να ξεχωρίσουμε περιόδους, πράξεις, ευθύνες, παραλείψεις που την προκάλεσαν, εγκαταστάθηκε μοιρολατρικά η κρίση.

Οι μεταβατικές περίοδοι αυτό ακριβώς κάνουν: διολισθαίνουν σιγά - σιγά τα όρια. Αφήνεις να «έρθουν» η μία μετά την άλλη αλλαγές που έξω από τη δίνη ούτε θα δεχόσουν να τις συζητήσεις. Ό,τι ήταν εξευτελιστικό την άνοιξη του 2010, τον Αύγουστο του 2012 είναι πια συνηθισμένη υπόθεση. Το κακό έγινε, η αφήγηση του κόσμου άλλαξε σελίδα, δεν έχει νόημα πια να επικεντρωνόμαστε στις λεπτομέρειες, ας πιούμε το ποτήρι μέχρι το τέλος, ας βάλουμε πλαφόν 1500 ευρώ ανά ασθενή, τι άλλο είναι παρά μια ακόμη λεπτομέρεια;

«Η ειρωνεία είναι πως κατηγορούσαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό ότι αποδεχόταν να θυσιάσει τον μεμονωμένο άνθρωπο στο όνομα ενός γενικότερου καλού, μιας ιδέας τελικής γενικής ευημερίας και τώρα η νεοφιλελεύθερη και η μονεταριστική εκδοχή του καπιταλισμού αποδέχεται να θυσιάσει τον μεμονωμένο άνθρωπο στο όνομα άλλων αφηρημένων ιδεών» (θα πει -πολύ λιγότερο μπακάλικα απ' ό,τι αντιγράφω από μνήμης- ένας άλλος ενδιαφέρων άνθρωπος).
Βέβαια το θέμα με την πολιτική αυτό ακριβώς είναι: πως ο καθένας θα πει ότι είναι οι δικές σου θεωρητικές αγκυλώσεις που κάνουν το κακό. Η από εκεί πλευρά θα πει ότι η καλή - ειρηνική - μη κτηνώδης παρένθεση των τελευταίων πολλών δεκαετιών είναι η παρένθεση εκείνη, που ακριβώς επειδή εξασφάλισε στον μέσο δυτικό άνθρωπο έναν κόσμο στον οποίο το να σκοτώνεις παιδιά μοιάζει αδιανόητο, είναι μια παρένθεση εντός της οποίας πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι πάση θυσία. Πως αν σήμερα μας ζητούν να ζήσει όποιος μπορεί και όποιος δεν μπορεί ας πεθάνει, δεν παύουν να είναι οι Ευρωπαίοι αυτοί που μας το ζητούν, η Δύση εις την οποία ανήκουμε, η Δύση και η Ευρώπη στην οποία χρωστάμε τα πάντα, η Δύση η οποία διασφαλίζει πως για μερικά δις ψωροπερικοπών ακόμα δεν θα αλληλοσφαζόμαστε.

Δεν ξέρω πού θέλω να καταλήξω. Μάλλον στο ότι από τη στιγμή που βλέπεις τα παιδιά στην παιδική χαρά ως τη στιγμή που τα σκοτώνεις δεν μεσολαβεί ένας μαγικός ζωμός που σε κάνει κτήνος, αλλά μια σειρά από αποφάσεις που «έρχονται» και τις νομιμοποιείς, αποφασίζοντας πως αξίζει να θυσιαστεί και αυτό και εκείνο και το άλλο, και ο άλφα και ο βήτα και ο γάμα, προκειμένου να μείνει η χώρα στο ευρώ ή να μπορούμε να πληρώσουμε και τον άλλο μήνα μισθούς και συντάξεις.


Από το old-boy.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου